Ωτίτιδα

Η ωτίτιδα είναι φλεγμονή του ωτός και συνήθως αφορά το έξω ή το μέσο ους.

Εξωτερική ωτίτιδα είναι η φλεγμονή του δέρματος του έξω ακουστικού πόρου. Εμφανίζεται συχνότερα τους καλοκαιρινούς μήνες, ιδιαίτερα μετά από κολύμβηση. Χαρακτηρίζεται κυρίως από πόνο, αίσθημα πληρότητας, οίδημα, ευαισθησία (η οποία επιτείνεται με την πίεση στον τράγο ή την έλξη του πτερυγίου), ωτόρροια και αίσθημα κνησμού. Η θεραπεία περιλαμβάνει τον επιμελή καθαρισμό του έξω ακουστικού πόρου, αναλγητικά, χρήση τοπικών σταγόνων και αποφυγή έκθεσης σε νερό για 1-2 εβδομάδες. Συστηματικά αντιβιοτικά χορηγούνται μόνο σε επιπλεγμένες περιπτώσεις.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή ανοσοκαταστολή, καθώς μπορεί να αναπτυχθεί μια επιθετική μορφή ωτίτιδας, η λεγόμενη νεκρωτική (κακοήθης) εξωτερική ωτίτιδα. To συχνότερο παθογόνο είναι η ψευδομονάδα, ενώ ορισμένες φορές ενοχοποιείται και ο Aspergilus. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει εισαγωγή στο νοσοκομείο και άμεση ιατρική φροντίδα.

Η οξεία μέση ωτίτιδα είναι η βακτηριακή ή ιογενή φλεγμονή του βλεννογόνου της κοιλότητας του μέσου ωτός (περιοχή πίσω από την τυμπανική μεμβράνη), καθώς και των κυψελών της μαστοειδούς κοιλότητας. Εκδηλώνεται με διαξιφιστική ωταλγία, βαρηκοία, κακουχία, πυρετό, εμβοές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει αυτόματη διάτρηση του τυμπάνου και εμφάνιση ωτόρροιας. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει αντιβιοτική αγωγή και υποστηρικτική θεραπεία με αντιπυρετικά και αναλγητικά. Σε επιπλεγμένες περιπτώσεις ενδείκνυται η χειρουργική αντιμετώπιση (μυριγγοτομή).

Η σωστή διάγνωση του τύπου της ωτίτιδας είναι σημαντική, καθώς η θεραπεία διαφέρει ανάλογα με την εντόπιση και την αιτία της φλεγμονής. Με τη σωστή αντιμετώπιση υποχωρεί και θεραπεύεται πλήρως.

Αισθημα ζάλης και διαταραχή της ισορροπίας

Η ζάλη και οι διαταραχές της ισορροπίας είναι συχνά συμπτώματα που δύναται να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία, γίνονται όμως συχνότερα με την αύξηση αυτής. Εκδηλώνονται ως αίσθημα αστάθειας, «θολούρας», απώλειας ισορροπίας ή ιλίγγου, δηλαδή ψευδαίσθησης κίνησης ή περιστροφής, και μπορεί να συνοδεύονται από ναυτία και έμετο. Η διατήρηση της ισορροπίας είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας πολλών συστημάτων: του αιθουσαίου συστήματος του έσω ωτός, της όρασης και της ιδιοδεκτικότητας, με την επεξεργασία των πληροφοριών να γίνεται από τον εγκέφαλο και την παρεγκεφαλίδα. Διαταραχή σε οποιοδήποτε από αυτά τα συστήματα μπορεί να προκαλέσει ζάλη ή αστάθεια.

Συχνές αιτίες ζάλης

· Καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης (BPPV): Προκαλείται από τη μετακίνηση μικροσκοπικών κρυστάλλων ανθρακικού ασβεστίου («ωτοκονία») μέσα στους ημικύκλιους σωλήνες του έσω ωτός. Χαρακτηρίζεται από αιφνίδια, σύντομα, έντονα επεισόδια ιλίγγου, συνήθως διάρκειας λίγων δευτερολέπτων έως λίγων λεπτών, τα οποία προκαλούνται κατά την αλλαγή θέσης της κεφαλής, όταν δηλαδή ο ασθενής γυρίζει στο κρεβάτι, σκύβει ή κοιτάζει προς τα πάνω. Μπορεί να συνοδεύεται από ναυτία, όμως δεν προκαλεί βαρηκοΐα ή εμβοές. Η διάγνωση γίνεται στο ιατρείο με ειδικές δοκιμασίες θέσης και η θεραπεία είναι μη φαρμακευτική, με ειδικούς χειρισμούς επανατοποθέτησης των κρυστάλλων, όπως ο χειρισμός Epley.

· Αιθουσαία νευρίτιδα: Οφείλεται σε οξεία δυσλειτουργία του αιθουσαίου νεύρου. Εκδηλώνεται με αιφνίδιο, έντονο και παρατεταμένο ίλιγγο διάρκειας αρκετών ημερών, ο οποίος συνοδεύεται από ναυτία, έμετο και έντονη αστάθεια στη βάδιση. Χαρακτηριστικό είναι η απουσία βαρηκοΐας ή εμβοών. Τα έντονα συμπτώματα υποχωρούν σταδιακά και η αποκατάσταση της ισορροπίας μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες. Η αιθουσαία αποκατάσταση και οι κατάλληλες ασκήσεις ισορροπίας αποτελούν σημαντικό μέρος της θεραπείας, ενώ η φαρμακευτική αγωγή (κατασταλτικά λαβυρίνθου, κορτικοστεροειδή) χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των έντονων συμπτωμάτων κατά την οξεία φάση.

· Νόσος Ménière: Είναι μια κλινική οντότητα ιδιοπαθούς αιτιολογίας που χαρακτηρίζεται από διαταραχή της ομοιοστασίας των υγρών του λαβυρίνθου (ενδολεμφικός ύδρωπας). Χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια αυτόματου ιλίγγου, διάρκειας από 20 λεπτά έως αρκετές ώρες. Συνυπάρχουν κυμαινόμενη βαρηκοΐα, εμβοές και αίσθημα πληρότητας ή πίεσης στο ους. Με την πάροδο του χρόνου, η ακοή μπορεί να επηρεαστεί περισσότερο. Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση και τον ακοολογικό έλεγχο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούνται και εξειδικευμένες εξετάσεις. Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται και περιλαμβάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής, φαρμακευτική αγωγή και, σε πιο δύσκολες περιπτώσεις, ειδικές θεραπείες.

· Λαβυρινθίτιδα: Είναι η φλεγμονή του έσω ωτός που συνοδεύεται από έντονη, αιφνίδια, παρατεταμένη ζάλη περιστροφικού τύπου, αστάθεια, ναυτία, έμετο, βαρηκοΐα ή/και εμβοές, καθώς επηρεάζονται τόσο το σύστημα της ισορροπίας όσο και της ακοής. Στην οξεία φάση χορηγείται αντιβιοτική αγωγή για την αντιμετώπιση της λοίμωξης και φάρμακα για την αντιμετώπιση του ιλίγγου, της ναυτίας και του εμέτου. Η παρατεταμένη χρήση αιθουσοκατασταλτικών φαρμάκων γενικά αποφεύγεται, καθώς μπορεί να καθυστερήσει την αποκατάσταση της ισορροπίας.

Υπάρχουν πολλές ακόμη αιτίες ζάλης, που μπορεί να σχετίζονται με το αυτί, το νευρικό σύστημα, την όραση, την αρτηριακή πίεση, φάρμακα ή άλλους παράγοντες. Για τον λόγο αυτό, η λεπτομερής λήψη ιστορικού και η κατάλληλη ωτορινολαρυγγολογική εξέταση είναι απαραίτητες για τη σωστή διάγνωση και επιλογή της θεραπείας.

Αφεστώτα ώτα

Τα αφεστώτα ώτα «πεταχτά αυτιά» είναι μια συγγενής ανατομική παραλλαγή του πτερυγίου του αυτιού που το κάνει να προεξέχει περισσότερο από το κεφάλι. Η εμφάνισή τους μπορεί να αφορά το ένα αυτί ή και τα δύο. Εμφανίζονται περίπου στο 5% του πληθυσμού, με την ίδια συχνότητα σε αγόρια και κορίτσια. Οφείλονται κυρίως σε κληρονομικούς και γονιδιακούς παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση του χόνδρου κατά την εμβρυϊκή ζωή. Ανατομικά το πρόβλημα προκύπτει από ατελή σχηματισμό ή έλλειψη της ανθέλικας (95% των περιπτώσεων), υπερπλασία της κόγχης ή συνδυασμός αυτών. Αν και δεν επηρεάζουν την ακουστική οξύτητα αποτελούν αιτία πειραγμάτων ή εκφοβισμού (bullying), με αποτέλεσμα να επηρεάζουν την αυτοπεποίθηση και την ψυχολογία των ατόμων.

Η αντιμετώπιση είναι η χειρουργική ωτοπλαστική. Στόχος είναι η αναδιαμόρφωση του χόνδρου και η τοποθέτηση του αυτιού σε πιο φυσιολογική θέση, ώστε να επιτυγχάνεται ένα φυσικό και αρμονικό αποτέλεσμα.

Ωτοσκλήρυνση

Η ωτοσκλήρυνση είναι μια πάθηση του μέσου και έσω ωτός που προκαλεί σταδιακή απώλεια ακοής. Εμφανίζεται συχνότερα στην πρώιμη ενήλικη ζωή στο ένα ή και στα δύο αυτιά. Η βαρηκοΐα εξελίσσεται σταδιακά, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παραμείνει σταθερή για αρκετά χρόνια. Σε ορισμένες γυναίκες, η εξέλιξή της μπορεί να επιταχυνθεί κατά την εγκυμοσύνη.

Τα ηχητικά κύματα μεταδίδονται από το τύμπανο προς το έσω ους μέσω των τριών ακουστικών οσταρίων: σφύρα, άκμονας και αναβολέας. Ο αναβολέας συνδέεται με την ωοειδή θυρίδα και μεταδίδει τις δονήσεις προς το έσω ους. Στην ωτοσκλήρυνση αναπτύσσεται παθολογικός νεόπλαστος οστίτης ιστός, στη βάση του αναβολέα, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η φυσιολογική κίνησή του. Η διαταραχή αυτή εμποδίζει τη σωστή μετάδοση του ήχου και προκαλεί βαρηκοΐα αγωγιμότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις επηρεάζεται και το έσω αυτί, προκαλώντας μικτού τύπου ή νευροαισθητήρια βαρηκοΐα. Η ακριβής αιτία της ωτοσκλήρυνσης δεν είναι πλήρως γνωστή. Φαίνεται ότι στην εμφάνισή της συμμετέχουν γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες.

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό και την ΩΡΛ εξέταση και επιβεβαιώνεται με ακοολογικό έλεγχο (τονικο ακοόγραμμα, τυμπανόγραμμα, ακουστικά αντανακλαστικά). Σε επιλεγμένες περιπτώσεις απαιτείται αξονική τομογραφία υψηλής ευκρίνειας των κροταφικών οστών.

Η θεραπεία εξαρτάται από τον βαθμό της βαρηκοΐας, τα συμπτώματα και τις ανάγκες κάθε ασθενούς. Σε ήπιες περιπτώσεις αρκεί μόνο η παρακολούθηση. Όταν όμως η βαρηκοΐα είναι σημαντική, οι βασικές επιλογές είναι:

  • Ακουστικό βαρηκοΐας, το οποίο βελτιώνει την ακοή χωρίς να επηρεάζει την εξέλιξη της νόσου.

  • Χειρουργική αποκατάσταση (αναβολεκτομή), κατά την οποία αποκαθίσταται η μετάδοση του ήχου μέσω του αναβολέα με την τοποθέτηση κατάλληλης πρόθεσης.

  • Φαρμακευτική αγωγή με φθοριούχο νάτριο.

Χολοστεάτωμα

Το χολοστεάτωμα είναι μια χρόνια πάθηση του μέσου ωτός, κατά την οποία συσσωρεύεται κερατινοποιημένο δέρμα εντός της τυμπανομαστοειδικής κοιλότητας, παρουσιάζοντας ανεξάρτητη ανάπτυξη και προκαλώντας προοδευτική καταστροφή των οστικών δομών του αυτιού.

Το συχνότερο σύμπτωμα είναι η ανώδυνη, δύσοσμη ωτόρροια, που συνοδεύεται από βαρηκοΐα αγωγιμότητας. Σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν εμβοές, ζάλη ή διαταραχή της γεύσης. Όταν η νόσος επεκταθεί, μπορεί να προκαλέσει παράλυση του προσωπικού νεύρου, σοβαρή απώλεια ακοής ή ενδοκρανιακές επιπλοκές, όπως μηνιγγίτιδα, εγκεφαλικό ή υποσκληρίδιο απόστημα και εγκεφαλοκήλη. Δύναται να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία και στα παιδιά ενδέχεται να έχει πιο επιθετική πορεία.

Ανάλογα με την παθοφυσιολογία, διακρίνονται σε συγγενή (εκ γενετής) και επίκτητα. Τα επίκτητα υποδιαιρούνται σε πρωτοπαθή (στον επιτυμπάνιο χώρο) και δευτεροπαθή (στο οπίσθιο-άνω τμήμα της τυμπανικής μεμβράνης). Τα επίκτητα μπορεί να είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας της ευσταχιανής σάλπιγγας οδηγώντας σε αρνητική πίεση στο μέσο ους και εισολκή στην τυμπανική μεμβράνη. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν μετά από χρόνιες ή υποτροπιάζουσες ωτίτιδες. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις είναι ιδιοπαθούς αιτιολογίας.

Η αντιμετώπιση του χολοστεατώματος είναι κυρίως χειρουργική, καθώς η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο τη φλεγμονή ή την επιμόλυνση. Στόχος της επέμβασης είναι η εξάλειψη της νόσου στο μέσο ους και η αποκατάσταση του μηχανισμού της ακοής. Η επέμβαση περιλαμβάνει τυμπανοπλαστική και μαστοειδεκτομή κλειστού ή ανοιχτού τύπου, ανάλογα με την έκταση της νόσου. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση είναι σημαντικές, καθώς ένα χολοστεάτωμα που παραμένει χωρίς θεραπεία μπορεί να προκαλέσει μόνιμη βλάβη στην ακοή και σοβαρές επιπλοκές.

Απώλεια Ακοής – Βαρηκοΐα

Ο ήχος συλλέγεται από το πτερύγιο και μέσω του έξω ακουστικού πόρου φτάνει στο τύμπανο. Η δόνηση του τυμπάνου μεταδίδεται μέσω των τριών οσταρίων του μέσου ωτός στο έσω ους. Εκεί μετατρέπεται σε ηλεκτρικά σήματα, τα οποία μεταφέρονται μέσω του ακουστικού νεύρου στον εγκέφαλο και γίνονται αντιληπτά ως ήχοι.

Η βαρηκοΐα είναι η μερική ή πλήρης μείωση της ακουστικής οξύτητας και αποτελεί ένα από τα συχνότερα προβλήματα υγείας, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Υπολογίζεται ότι >50% των ενηλίκων στην ηλικία των 70 ετών και >80% των ενηλίκων στην ηλικία των 80 ετών έχουν κάποιο βαθμό απώλειας ακοής και στα δύο αυτιά. Μπορεί να εμφανιστεί σταδιακά ή αιφνίδια, να αφορά το ένα ή και τα δύο αυτιά, επηρεάζοντας σημαντικά την επικοινωνία και την ποιότητα ζωής. Στα αρχικά στάδια, η δυσκολία μπορεί να γίνεται αντιληπτή κυρίως σε θορυβώδη περιβάλλοντα ή κατά τη διάρκεια ομαδικών συζητήσεων, ενώ σε ήσυχες συνθήκες η ακοή μπορεί να φαίνεται σχετικά φυσιολογική. Συχνά ο ασθενής αναφέρει ότι «ακούει αλλά δεν καταλαβαίνει» καλά τις λέξεις. Μπορεί να συνυπάρχουν και εμβοές (βουητό).

Είδη και αίτια βαρηκοΐας

Η απώλεια ακοής μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή σε οποιοδήποτε σημείο της ακουστικής οδού και διακρίνεται κυρίως σε:

· Βαρηκοΐα αγωγιμότητας: Ο ήχος δεν μεταδίδεται φυσιολογικά προς το έσω αυτί. Συχνά αίτια είναι το βύσμα κυψελίδας, η οξεία μέση ωτίτιδα, η διάτρηση του τυμπάνου και η ωτοσκλήρυνση.

· Νευροαισθητήρια βαρηκοΐα: Οφείλεται σε βλάβη του έσω ωτός ή του ακουστικού νεύρου. Συχνότερα σχετίζεται με το γήρας, την έκθεση σε έντονο θόρυβο, τραυματισμούς, λοιμώξεις, ορισμένα φάρμακα και άλλες παθήσεις.

· Μικτού τύπου βαρηκοΐα: Συνδυασμός αγωγιμότητας και νευροαισθητήριας βαρηκοΐας.

Η διερεύνηση ξεκινά με λεπτομερές ιστορικό και ωτορινολαρυγγολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της ωτοσκόπησης, δοκιμασίες με τονοδότες,

τονική και ομιλητική ακοομετρία, τυμπανόγραμμα και ακουστικά αντανακλαστικά. Σε βρέφη και μικρά παιδιά, καθώς και σε ασθενείς που δεν μπορούν να συνεργαστούν πραγματοποιούνται ωτοακουστικές εκπομπές (OAEs) και ακουστικά προκλητά δυναμικά εγκεφαλικού στελέχους (ABR/ASSR). Η αξονική ή μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιείται σε επιλεγμένες περιπτώσεις, όταν υπάρχει υποψία παθολογίας του μέσου ή έσω ωτός, του ακουστικού νεύρου ή της κεντρικής ακουστικής οδού.

Η θεραπεία εξαρτάται από το είδος, τον βαθμό και την αιτία της βαρηκοΐας. Μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, χειρουργική αντιμετώπιση της αιτίας ή αποκατάσταση της ακοής με στόχο τη βελτίωση της επικοινωνίας και της ποιότητας ζωής του ασθενούς. Τα ακουστικά βαρηκοΐας αποτελούν την κύρια επιλογή για πολλούς ασθενείς με νευροαισθητήρια βαρηκοΐα. Η τρέχουσα τεχνολογία έχει κάνει σημαντικές προόδους τόσο στη λειτουργικότητα όσο και στην αισθητική τους. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ενδείκνυνται εμφυτευόμενες συσκευές ακοής ή κοχλιακό εμφύτευμα.

Εμβοές

Οι εμβοές είναι η αντίληψη ήχου χωρίς την παρουσία εξωτερικού ηχητικού ερεθίσματος. Μπορεί να ακούγονται ως βουητό, σφύριγμα ή κουδούνισμα στο ένα ή και στα δύο αυτιά. Συχνά συνυπάρχει βαρηκοΐα, ενώ η ένταση και η επίδρασή τους διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε ορισμένους αποτελούν μια ήπια ενόχληση, ενώ σε άλλους μπορεί να επηρεάσουν τον ύπνο, τη συγκέντρωση, την ψυχολογία και την ποιότητα ζωής.

Οι συχνότερες αιτίες είναι η ηλικιακή βαρηκοΐα και η έκθεση σε έντονο θόρυβο. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν το βύσμα κυψελίδας, τις ωτίτιδες, τη διάτρηση του τυμπάνου, την ωτοσκλήρυνση, τους όγκους της γεφυροπαρεγκεφαλιδικής γωνίας (ακουστικό νευρίνωμα), ορισμένα φάρμακα ή συστηματικές παθήσεις (υπέρταση, αναιμία, διαταραχες λειτουργίας θυρεοειδούς).

Η διερεύνηση περιλαμβάνει ΩΡΛ εξέταση και ακοόγραμμα, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί απεικονιστικός έλεγχος. Σε μονόπλευρες, ασύμμετρες μη σφύζουσες εμβοές απαιτείται απεικονιστικός έλεγχος (μαγνητική ή αξονική τομογραφία). Οι σφύζουσες (παλμικές) εμβοές, δηλαδή οι εμβοές που συγχρονίζονται με τον καρδιακό παλμό, χρειάζονται ιδιαίτερη αξιολόγηση με triplex αγγείων τραχήλου καθώς μπορεί να σχετίζονται με αγγειακά αίτια (π.χ. στενωση καρωτίδων).

Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία. Περιλαμβάνει αντιμετώπιση της υποκείμενης πάθησης, χρήση ακουστικών βαρηκοΐας όταν συνυπάρχει απώλεια ακοής και χρήση λευκού θόρυβου κατά τον ύπνο. Επίσης η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, η διαχείριση του στρες, η βελτίωση του ύπνου και η αποφυγή υπερβολικής έκθεσης σε έντονο θόρυβο αποτελούν σημαντικά μέτρα για τη διαχείριση των εμβοών και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς.

A person cupping their ear to listen closely
A person cupping their ear to listen closely